Σαν σήμερα, το 1941, δύο φοιτητές, ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος (Λάκης) Σάντας πηγαίνουν στην Μπενάκειο Βιβλιοθήκη, βρίσκουν και μελετούν όλα τα σχεδιαγράμματα της Ακρόπολης. Όταν θα κατεβάσουν τη γερμανική σημαία από τον ιερό βράχο, θα αφήσουν επίτηδες επάνω στον ιστό τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα για να μην κατηγορηθούν οι Έλληνες φύλακες.
Παρακάτω ακολουθεί ένα απόσπασμα της συνέντευξης του εκλιπόντος πλέον Λάκη Σαντά.
Παρακάτω ακολουθεί ένα απόσπασμα της συνέντευξης του εκλιπόντος πλέον Λάκη Σαντά.
Μια μέρα που ήμαστε πάλι όλοι μαζί εκεί επάνω στο Ζάππειο και μιλούσαμε, ήταν λιακάδα, η μάχη της Κρήτης εξελισσόταν και κοιτάζαμε προς την Ακρόπολη και βλέπαμε αυτή την τεράστια πολεμική σημαία επάνω στην Ακρόπολη. Σε μια στιγμή ο Μανόλης ο οποίος ήταν στραμμένος προς την Ακρόπολη μου λέει: «Λάκη κοίταξε εκεί επάνω, κοίταξε να δεις τι γίνεται εκεί πάνω».
Κοιτάω λοιπόν, βλέπω τη σημαία. Εν τω μεταξύ είχαμε συζητήσει ιδιαίτερα με το Μανόλη με τον οποίο ήμαστε πιο συνδεδεμένοι, είχαμε συζητήσει ότι κάτι πρέπει να κάνουμε. Αλλά τι να κάνουμε; Το να πειράξουμε έναν Γερμανό στρατιώτη να του αρπάξουμε το πιστόλι κτλ. θα μας σκοτώνανε επί τόπου και θα ήταν ένα απλό συμβάν, δηλαδή με το να χτυπήσουμε έναν Γερμανό στρατιώτη δεν έβγαινε τίποτα, δεν είχε σημασία συμβολική που να πειράξει τους Γερμανούς, εμείς θέλαμε να κάνουμε κάτι που να πειράξει τους Γερμανούς, κάτι που είχε σχέση με ιδεαλισμό.
Και μόλις μου είπε ο Μανόλης και γύρισα και κοίταξα, όπως ήταν έτσι με τον ήλιο επάνω και είδα τη σβάστιγγα διότι είχε αέρα και κυμάτιζε η σημαία τους, η οποία ήταν μια τεράστια σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό και πάνω αριστερά είχε τον γοτθικό στρατό του Κάιζερ, του Α Παγκοσμίου Πολέμου, του λέω «ναι, έχεις δίκιο, αυτό είναι, αυτό πρέπει να τους κάνουμε εάν μπορούμε»
Και πήγαμε στη Μπενάκειο Βιβλιοθήκη, ανοίξαμε την εγκυκλοπαίδεια στη λέξη «Ακρόπολις» και πήραμε όλα τα σχεδιαγράμματα και διαβάσαμε τα πάντα.
Είδαμε λοιπόν την ιστορία, πότε γκρεμιστήκανε, πότε ξαναφτιαχτήκανε, πότε την καταλάβανε οι Τούρκοι, πότε οι Έλληνες, πότε έτσι, πότε αλλιώς. Καταλήξαμε λοιπόν στο σημείο ότι το μόνο μέρος στο οποίο υπήρχε μια ρωγμή, το μέρος αυτό, η σπηλιά της Ανάγνου το οποίο είχε μια ρωγμή από ένα βάθρο που ήταν στο βορινό μέρος του Ερεχθείου μέχρι κάτω και από ένα σημείο και μετά είχε ένα ξεροπήγαδο εις το οποίο κατά τη μυθολογία ήταν το άνδρο, η φωλιά του Εριχθόνιου, ο οποίος ήταν ο ιερός όφις της Αθηνάς, ο φύλακας της Ακρόπολης, ήταν αυτός που φύλαγε τους ιερούς ναούς της Ακρόπολης, αυτό το φίδι που έχει στην ασπίδα της η θεά Αθηνά, και ο οποίος κατά τη μυθολογία οι ιέρειες των ναών του ρίχνανε μελόπιτες μια φορά το μήνα για να διατηρείται, να τρώει και να φυλάει τα ιερά.
Είδαμε λοιπόν την ιστορία, πότε γκρεμιστήκανε, πότε ξαναφτιαχτήκανε, πότε την καταλάβανε οι Τούρκοι, πότε οι Έλληνες, πότε έτσι, πότε αλλιώς. Καταλήξαμε λοιπόν στο σημείο ότι το μόνο μέρος στο οποίο υπήρχε μια ρωγμή, το μέρος αυτό, η σπηλιά της Ανάγνου το οποίο είχε μια ρωγμή από ένα βάθρο που ήταν στο βορινό μέρος του Ερεχθείου μέχρι κάτω και από ένα σημείο και μετά είχε ένα ξεροπήγαδο εις το οποίο κατά τη μυθολογία ήταν το άνδρο, η φωλιά του Εριχθόνιου, ο οποίος ήταν ο ιερός όφις της Αθηνάς, ο φύλακας της Ακρόπολης, ήταν αυτός που φύλαγε τους ιερούς ναούς της Ακρόπολης, αυτό το φίδι που έχει στην ασπίδα της η θεά Αθηνά, και ο οποίος κατά τη μυθολογία οι ιέρειες των ναών του ρίχνανε μελόπιτες μια φορά το μήνα για να διατηρείται, να τρώει και να φυλάει τα ιερά.
Αυτό ήταν μια μεγάλη ρωγμή η οποία είχε ένα άνοιγμα όμως στη βορινή πλευρά προς τη μεριά των Αέρηδων, τη βορινή πλευρά. Το θέμα ήταν ότι από το βάθρο, από τη οπή που είχε στη βορινή πλευρά στο τείχος της Ακροπόλεως μέχρι επάνω οπυ ήταν το βάθρο στη βάση του Ερεχθείου, εάν μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι εκεί.
Είχαμε δει λοιπόν ότι εκεί είχαν κάνει ανασκαφές οι Γάλλοι αρχαιολόγοι. Πήγαμε λοιπόν και αρχίσαμε να κάνουμε κατόπτευση το απογευματάκι. Είχε ένα αλσύλιο, δεντράκια, από έξω ένα συρματόπλεγμα με μια πόρτα και επάνω ήταν ο τοίχος. Σε μια στιγμή είχαμε μια ξύλινη παλιά πόρτα σα σανίδες, η οποία ήταν κλεισμένη επάνω σε ένα μέρος του βράχου. Και καταλάβαμε ότι εκεί υπήρχε μια οπή.
Είδαμε λοιπόν ότι δεν υπάρχει σκοπός. Και τότε ανεβήκαμε επάνω από τα σκαλιά, λύσαμε το συρματόσκοινο και προσπαθήσαμε να την κατεβάσουμε. Αυτή η σημαία είχε τρία μεγάλα σύρματα τα οποία είχαν στρόφιγγες από έξω από το βράχο και κρατάγανε τη σημαία η οποία όταν είχε αέρα, ήταν μια τεράστια σημαία έτρεμε όλος ο ιστός.
Η σημαία λοιπόν κατέβαινε μέχρι το τελευταίο, εκεί στον κόμβο που ήταν τα τρία σύρματα, και από εκεί δεν κατέβαινε. Φτάναμε μέχρι εκεί, σκαρφαλώναμε, την πιάναμε, την τραβάγαμε, τίποτα. Ο μόνος τρόπος για να κατεβεί η σημαία ήταν να ανοίξουν τα τρία σύρματα, όπως είναι στο γαϊτανάκι. Ο μόνος τρόπος λοιπόν ήταν ή θα φεύγαμε και θα την αφήναμε έτσι, ή θα έπρεπε να βγάλουμε τα σύρματα. Και αποφασίσαμε να κάνουμε αυτό.
Πήγαμε λοιπόν και σιγά, σιγά, κατορθώσαμε και ξεμπλέξαμε τα σύρματα αλλά εν τω μεταξύ είχε περάσει μιάμιση ώρα και είχε περάσει η κυκλοφορία, είχε φτάσει 00.30 η ώρα και στο τέλος κατέβηκε η σημαία, την κόψαμε με ένα μαχαιράκι που είχα εγώ, κόψαμε από ένα κομμάτι από τον αγκυλωτό σταυρό, το βάλαμε στον κόρφο μας και τη μαζέψαμε κι έγινε ένας μπόγος τέτοιος, τον οποίο μπόγο όμως δε μπορούσαμε πλέον να τον πάρουμε μαζί μας που θα φεύγαμε, διότι πώς θα τον παίρναμε μαζί μας; Θα μας βλέπανε. Πού να τον πάμε;
Και σκεφτήκαμε ότι το μόνο μέρος που μπορούσαμε να το πάμε είναι κάτω στο ξεροπήγαδο να το ρίξουμε και μάλιστα κάναμε και καλαμπούρι για να το φυλάει ο Εριχθόνιος. Αφήσαμε εν τω μεταξύ, για να δείτε ότι ήμαστε πολύ ώριμοι για την ηλικία μας τότε, επειδή ξέραμε ότι οι Γερμανοί είναι μεθοδικός λαός και είναι άνθρωποι της λεπτομέρειας και μεθοδικοί, βάλαμε τα αποτυπώματά μας και ο ένας και ο άλλος επάνω στον ιστό της σημαίας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου